σαντούφ

το, Ν
άκλ. (στην Ινδία, την Αίγυπτο και άλλες χώρες) χειροκίνητη διάταξη για την άντληση νερού από πηγάδι ή για την ανύψωσή του από μία επιφάνεια σε άλλη επιφάνεια υψηλότερης στάθμης, διάταξη που αποτελείται από μία μεγάλη οριζόντια δοκό που στηρίζεται στο μέσον της σε σταθερό υποστήριγμα, ώστε να ταλαντεύεται κατά τον οριζόντιο άξονά της, και η οποία φέρει στο ένα άκρο δοχείο και στο άλλο άκρο αντίβαρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αιγυπτιακής προέλευσης].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.